ἔτυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἔτυμος ἐτύμη τὸ ἔτυμον
      γενική τοῦ/τῆς ἐτύμου τῆς ἐτύμης τοῦ ἐτύμου
      δοτική τῷ/τῇ ἐτύμ τῇ ἐτύμ τῷ ἐτύμ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἔτυμον τὴν ἐτύμην τὸ ἔτυμον
     κλητική ! ἔτυμε ἐτύμη ἔτυμον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἔτυμοι αἱ ἔτυμαι τὰ ἔτυμ
      γενική τῶν ἐτύμων τῶν ἐτύμων τῶν ἐτύμων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐτύμοις ταῖς ἐτύμαις τοῖς ἐτύμοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐτύμους τὰς ἐτύμᾱς τὰ ἔτυμ
     κλητική ! ἔτυμοι ἔτυμαι ἔτυμ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐτύμω τὼ ἐτύμ τὼ ἐτύμω
      γεν-δοτ τοῖν ἐτύμοιν τοῖν ἐτύμαιν τοῖν ἐτύμοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, περισσότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'φρόνιμος' όπως «φρόνιμος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔτυμος < ... ρίζα που απαντά και στο ἐτεός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο[επεξεργασία]

ἔτυμος, -ος, -ον (ῠ) (& σπάνια -ος, ἐτύμη, -ον, στον Όμηρο μόνο ουδέτερο)

  1. αληθινός, πραγματικός
  2. βέβαιος
  3. (πληθυντικός ουδετέρου) ἔτυμα: η αλήθεια
  4. (ενικός ουδετέρου) → δείτε τη λέξη ἔτυμον:
    1. (ελληνιστική σημασία) η αληθής σημασία ή αρχή μιας λέξης, η ετυμολογία
    2. (επιρρηματικά) πράγματι, όντως
     συνώνυμα: ἐτεόν

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

στα νέα ελληνικά:

Πηγές[επεξεργασία]