ἔτυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἔτυμος τὸ ἔτυμον οἱ, αἱ ἔτυμοι τὰ ἔτυμα
Γενική τοῦ, τῆς ἐτύμου τοῦ ἐτύμου τῶν ἐτύμων τῶν ἐτύμων
Δοτική τῷ, τῇ ἐτύμῳ τῷ ἐτύμῳ τοῖς, ταῖς ἐτύμοις τοῖς ἐτύμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἔτυμον τὸ ἔτυμον τοὺς, τὰς ἐτύμους τὰ ἔτυμα
Κλητική ἔτυμε ἔτυμον ἔτυμοι ἔτυμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐτύμω
Γενική-Δοτική ἐτύμοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔτυμος < ἐτεός (πιθανώς < εἰμί)

Επίθετο[επεξεργασία]

ἔτυμος, -ος, -ον (ῠ) (& σπάνια ἔτυμος, ἐτύμη, ἔτυμον)

  1. αληθινός, πραγματικός
  2. βέβαιος
  3. (πληθυντικός ουδετέρου) ἔτυμα: η αλήθεια
  4. (ελληνιστική κοινή) (ενικός ουδετέρου) ἔτυμον: η αληθής σημασία ή αρχή μιας λέξης, η ετυμολογία
  5. (ενικός ουδετέρου) ἔτυμον: (επιρρηματικά) πράγματι, όντως
     συνώνυμα: ἐτεόν

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]