ἔχις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: έχεις, ἔχεις

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔχις ἔχει ἔχεις
Γενική ἔχεως ἐχέοιν ἔχεων
Δοτική ἔχει ἐχέοιν ἔχεσι(ν)
Αιτιατική ἔχιν ἔχει ἔχεις
Κλητική ἔχι ἔχει ἔχεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔχις < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁égʰi- ή *h₁ógʷʰi- / *h₁égʷʰi-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔχις αρσενικό

  1. (ερπετολογία) έχιδνα, οχιά
  2. (μεταφορικά) συκοφάντης
  3. (βοτανική) το φυτό Echium plantagineum
     συνώνυμα: ἔχιον