ἕλιξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἕλιξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wel- (γυρίζω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἕλιξ αρσενικό ή θηλυκό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἕλιξ ἕλικε ἕλικες
Γενική ἕλικος ἑλίκοιν ἑλίκων
Δοτική ἕλικι ἑλίκοιν ἕλιξι(ν)
Αιτιατική ἕλικα ἕλικε ἕλικας
Κλητική ἕλιξ ἕλικε ἕλικες

ἕλιξ

  1. οτιδήποτε με ελικοειδές σχήμα (όπως κοσμήματα)
  2. στροβιλισμός
  3. έλικες αμπελιού
  4. μπούκλα μαλλιών

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]