ἕλκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : έλκος, ἕρκος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἕλκος ἕλκει ἕλκη
Γενική ἕλκους ἑλκοῖν ἑλκῶν
Δοτική ἕλκει ἑλκοῖν ἕλκεσι(ν)
Αιτιατική ἕλκος ἕλκει ἕλκη
Κλητική ἕλκος ἕλκει ἕλκη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἕλκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁elḱ-os (ἕλκος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἕλκος

  1. τραύμα, πληγή
  2. έλκωση, έλκος
  3. ακρωτηριασμός

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]