ἕλκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : έλκω, ελκύω, ἑλκύω

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἕλκω < ϝέλκω < ρίζα ϝελκ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)elk- (ελκύω, τραβώ)· συγγενές με τα ὦλξ, αὖλαξ και ὁλκή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἕλκω

  • τραβάω πισω μου, σέρνω, απάγω, σύρω επάνω, ανέλκω, σύρω εδώ κι εκει, σέρνω κάποιον στα δικαστήρια, έχω βάρος επάνω μου
    ἓλκω πλοῖον (καθέλκω ή ανέλκω πλοίο)
    ἓλκει πλεῖον (εννοείται την πλάστιγγα, δηλαδή ζυγίζει περισσότερο, είναι πιο βαρύ)
    ἓλκω το ξίφος και ξίφος ἓλκομαι (τραβάω το σπαθί)
    ἓλκω βίοτον : διάγω άθλια ζωή

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

σε -μαι

σε -ω

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]