ἕλκω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἕλκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *selk- (τραβάω, σέρνω).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /hél.kɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἕλ‐κω
Ρήμα
[επεξεργασία]ἕλκω
- τραβώ, σύρω, σέρνω με την έννοια της δύναμης
- σύρω ξοπίσω μου
- «πέδας ἕλκω» αυτός ο οποίος σέρνει τα δεσμά ξοπίσω του
- σχίζω σε κομμάτια, σπαράζω
- (μέση φωνή) «ἕλκεσθαι χαίτας» ξεριζώνω τα μαλλιά κάποιου
- τεντώνω τόξο
- τραβώ το ξίφος μου
- (μέση φωνή) τραβώ το σπαθί
- «ἕλκω ἱστία» ανεβάζω, υψώνω ή τραβώ πάνω τα πανιά
- σηκώνω ψηλά την ζυγαριά ως αντίβαρο, έτσι ώστε να ισοσταθμιστούν τα ζύγια
- μεθομηρικά με διαφόρους τρόπους
- τραβώ κουπί, κωπηλατώ
- σύρομαι, κλητεύομαι στο δικαστήριο
- σύρω εδώ και εκεί, τραβολογώ ιδίως με ασελγείς, έκφυλες, πρόστυχες προθέσεις
- τραβώ πάνω ή ανέλκω
- (για ανθρώπους που πίνουν) πίνω με μεγάλες ρουφηξιές, πίνω απνευστί, πίνω μονορρούφι
- «ἑλκω μαστόν» θηλάζω, βυζαίνω
- «ἕλκω βίοτον, ζόαν» ζω, διάγω άθλια, κοπιαστική ζωή
- παρασύρω, τραβώ κάποιον, παρατείνω πληκτικά, ανιαρά
- «κόρδακα ἑλκύσαι» ορχούμαι με επιμηκυμένα μετρικά βήματα, σύρω τον χορό
- έλκω προς τον εαυτό μου, προσελκύω
- «ἕλκω σταθμόν» σύρω προς τα κάτω την πλάστιγγα, την ζυγαριά, δηλαδή ζυγίζω τόσο πολύ
- (απόλυτο) «τὸ δ' ἂν ἑλκύσῃ» όσο βαρύνει
- «ἑλκύσαι πλίνθους» κατασκευάζω τούβλα
- → λατινική: ducere
- (μέση φωνή) έλκω πάνω μου, συσσωρεύω, μαζεύω, συγκεντρώνω πλούτη
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- ἕλξις
- ἑλκτέον (αυτό που πρέπει να έλξει κάποιος)
- ἑλκτικός (αυτός που μπορεί να τραβήξει, να σύρει)
- ἑλκυστάζω : θαμιστικό του ἕλκω και ἑλκύω (σέρνω εδώ κι εκεί)
με ὁλκ- → δείτε (Χρειάζεται επεξεργασία)
Σύνθετα
[επεξεργασία]σε -μαι
σε -ω
- πάνω από 40 Λέξεις με -ελκω @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Απόγονοι
[επεξεργασία]ἕλκω (αρχαία ελληνικά)
- → μεσαιωνικά ελληνικά: ἕλκω
- → νέα ελληνικά: ἕλκω, έλκω
Πηγές
[επεξεργασία]- ἕλκω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἕλκω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)