Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἕλκω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : έλκω, ελκύω, ἑλκύω

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἕλκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *selk- (τραβάω, σέρνω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /hél.kɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : ἕλ‐κω

ἕλκω

  1. τραβώ, σύρω, σέρνω με την έννοια της δύναμης
    → λατινική: traho
    «ποδὸς ἕλκε» άρχισε να σέρνει (το νεκρό σώμα) από το πόδι
    1. καθέλκω, τραβώ πλοία προς την θάλασσα
    2. (για μουλάρια) σύρω ένα άρμα
    3. σύρω το άροτρο μέσα στον αγρό, οργώνω
  2. σύρω ξοπίσω μου
    «πέδας ἕλκω» αυτός ο οποίος σέρνει τα δεσμά ξοπίσω του
  3. σχίζω σε κομμάτια, σπαράζω
  4. (μέση φωνή) «ἕλκεσθαι χαίτας» ξεριζώνω τα μαλλιά κάποιου
  5. τεντώνω τόξο
  6. τραβώ το ξίφος μου
  7. (μέση φωνή) τραβώ το σπαθί
  8. «ἕλκω ἱστία» ανεβάζω, υψώνω ή τραβώ πάνω τα πανιά
  9. σηκώνω ψηλά την ζυγαριά ως αντίβαρο, έτσι ώστε να ισοσταθμιστούν τα ζύγια
  10. μεθομηρικά με διαφόρους τρόπους
    1. τραβώ κουπί, κωπηλατώ
    2. σύρομαι, κλητεύομαι στο δικαστήριο
    3. σύρω εδώ και εκεί, τραβολογώ ιδίως με ασελγείς, έκφυλες, πρόστυχες προθέσεις
    4. τραβώ πάνω ή ανέλκω
    5. (για ανθρώπους που πίνουν) πίνω με μεγάλες ρουφηξιές, πίνω απνευστί, πίνω μονορρούφι
    6. «ἑλκω μαστόν» θηλάζω, βυζαίνω
    7. «ἕλκω βίοτον, ζόαν» ζω, διάγω άθλια, κοπιαστική ζωή
    8. παρασύρω, τραβώ κάποιον, παρατείνω πληκτικά, ανιαρά
      «κόρδακα ἑλκύσαι» ορχούμαι με επιμηκυμένα μετρικά βήματα, σύρω τον χορό
    9. έλκω προς τον εαυτό μου, προσελκύω
    10. «ἕλκω σταθμόν» σύρω προς τα κάτω την πλάστιγγα, την ζυγαριά, δηλαδή ζυγίζω τόσο πολύ
      (απόλυτο) «τὸ δ' ἂν ἑλκύσῃ» όσο βαρύνει
    11. «ἑλκύσαι πλίνθους» κατασκευάζω τούβλα
      → λατινική: ducere
    12. (μέση φωνή) έλκω πάνω μου, συσσωρεύω, μαζεύω, συγκεντρώνω πλούτη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με ὁλκ- → δείτε  (Χρειάζεται επεξεργασία)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

σε -μαι

σε -ω

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἕλκω (αρχαία ελληνικά)

→ μεσαιωνικά ελληνικά: ἕλκω
→ νέα ελληνικά: ἕλκω, έλκω