ἕξις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἕξις ἕξει ἕξεις
Γενική ἕξεως ἑξέοιν ἕξεων
Δοτική ἕξει ἑξέοιν ἕξεσι(ν)
Αιτιατική ἕξιν ἕξει ἕξεις
Κλητική ἕξι ἕξει ἕξεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἕξις < ἔχω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἕξις θηλυκό (γενική: ἕξεως)

  1. η κατοχή, το να έχεις κάτι δικό σου
  2. η συνήθεια, η έξη, εκείνο που αποκτάται από τη συνεχή εξάσκηση ή άσκηση επί αυτού και το οποίο κάποιος δεν έχει εκ γενετής
  3. επιδεξιότητα
  4. κατάσταση του μυαλού ή της ψυχής, στάση ζωής
    καὶ ὅλη ἡ ψυχὴ εἰς τὴν βελτίστην φύσιν καθισταμένη τιμιωτέραν ἕξιν λαμβάνει
  5. (ιατρικά) ο οργανισμός, το σύστημα του οργανισμού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]