Ἐλευσίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική Ἐλευσίς Ἐλευσῖνε Ἐλευσῖνες
Γενική Ἐλευσῖνος Ἐλευσίνοιν Ἐλευσίνων
Δοτική Ἐλευσῖνι Ἐλευσίνοιν Ἐλευσῖσι(ν)
Αιτιατική Ἐλευσῖνα Ἐλευσῖνε Ἐλευσῖνας
Κλητική Ἐλευσίς Ἐλευσῖνε Ἐλευσῖνες
συνήθως στον ενικό

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἐλευσίς < ἐλεύσομαι

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἐλευσίς θηλυκό ενικός

  1. σπουδαία ιστορική πόλη στην Αττική
  2. δύο πόλεις στην αρχαία Αίγυπτο

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]