Ἐλισάβετ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἐλισάβετ < εβραϊκή אלישבע (elishéva: ο θεός είναι δαψιλής)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἐλισάβετ θηλυκό άκλιτο