Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἐμπεδοκλῆς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Εμπεδοκλής

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἐμπεδοκλέης   > Ἐμπεδοκλῆς οἱ Ἐμπεδοκλέες   > Ἐμπεδοκλεῖς
      γενική τοῦ Ἐμπεδοκλέους   Ἐμπεδοκλέους τῶν Ἐμπεδοκλέων   Ἐμπεδοκλέων
      δοτική τῷ Ἐμπεδοκλέει    > Ἐμπεδοκλεῖ τοῖς Ἐμπεδοκλέεσ >
    αιτιατική τὸν Ἐμπεδοκλέ    Ἐμπεδοκλέα
  & σπανίως > Ἐμπεδοκλ
τοὺς Ἐμπεδοκλέᾱς   > Ἐμπεδοκλεῖς
     κλητική ! Ἐμπεδόκλεες   > Ἐμπεδόκλεις Ἐμπεδοκλέες   > Ἐμπεδοκλεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἐμπεδόκλεε   >
γεν-δοτ τοῖν  Ἐμπεδοκλέοιν >
3η κλίση, ομάδα 'Περικλέης Περικλῆς', Κατηγορία 'Περικλῆς' όπως «Περικλῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἐμπεδοκλῆς < ἔμπεδ(ος) + -ο- + -κλῆς

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἐμπεδοκλῆς αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]