Ἐξωκκλήσιον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Ἐξωκκλήσιον | τὰ | Ἐξωκκλήσια | ||||
| γενική | τοῦ | Ἐξωκκλησίου | τῶν | Ἐξωκκλησίων | ||||
| δοτική | τῷ | Ἐξωκκλησίῳ | τοῖς | Ἐξωκκλησίοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Ἐξωκκλήσιον | τὰ | Ἐξωκκλήσια | ||||
| κλητική ὦ! | Ἐξωκκλήσιον | Ἐξωκκλήσια | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ἐξωκκλήσιον < → δείτε τη λέξη Εξωκκλήσι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.ksoˈkli.si.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Ἐ‐ξωκ‐κλή‐σι‐ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ἐξωκκλήσιον ουδέτερο