Ἑλένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ελένη, ἑλένη

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἑλένη < (άγνωστης ετυμολογίας) Παρετυμολογήθηκε ήδη από την αρχαιότητα.[1][2]
αβέβαιες θεωρίες: • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  
  1. αβέβαιη η σύνδεση με το φυτό ἑλένιον ή κατά τον Émile Boisacq την ἑλένη (δάδα)
  2. Κατά τον Gregoire(Χρειάζεται τεκμηρίωση…) < *Ϝελένα < *Ϝενένα (με ανομοίωση), συγγενής με τη λατινική Venus
  3. σύνδεση με τη σανσκριτική svaraṇā (αυτή που λάμπει) ή μια θεότητα της Σπάρτης με όνομα *Σελένα
  4. σύνδεση με όνομα κάποιας μινωικής θεότητας του φυτικού κόσμου
  5. σύνδεση με πρωτοϊνδοευρωπαϊκές ρίζες με σημασίες ήλιος ή «φώτα»
μη αποδεκτές θεωρίες
  1. σύνδεση με τη Σελήνη (κατά τον Γκέοργκ Κούρτιους, Georg Curtius)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἑλένη θηλυκό

  1. (μυθολογία) γυναικείο όνομα, η Ελένη, κόρη του Διός και της Λήδας, αδελφή των Διοσκούρων, σύζυγος του Μενελάου
  2. (ελληνιστική κοινή) η αγία Ελένη, μητέρα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Απόγονοι[επεξεργασία]

Ἑλένη (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: Ἑλένη
νέα ελληνικά: Ελένη
δάνειο προς άλλες γλώσσες: Δείτε Ελένη, μεταφράσεις

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.