Ἑρμῆς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ερμής
↓ πτώσεις       ενικός         ενικός     πληθυντικός  
διαλεκτικοί τύποι
ονομαστική Ἑρμέᾱς, Ἑρμῆς οἱ Ἑρμέαι   > Ἑρμαῖ
      γενική τοῦ Ἑρμέου > Ἑρμοῦ επικός: Ἑρμείαο
ποιητικός: Ἑρμέω
τῶν Ἑρμέων > Ἑρμῶν
      δοτική τῷ Ἑρμέ, Ἑρμ & Ἑρμέ, Ἑρμεί τοῖς Ἑρμέαις > Ἑρμαῖς
    αιτιατική τὸν Ἑρμέᾱν, Ἑρμῆν
             & Ἑρμ
ιωνικός: Ἑρμέην τοὺς Ἑρμέᾱς   > Ἑρμᾶς
     κλητική ! Ἑρμέᾱ, Ἑρμ επικός: Ἑρμεία Ἑρμέαι   > Ἑρμαῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἑρμέᾱ   > Ἑρμ
γεν-δοτ τοῖν  Ἑρμέαιν   > Ἑρμαῖν
1η κλίση, ομάδα 'Ἑρμέας Ἑρμῆς', Κατηγορία 'Ἑρμῆς' όπως «Ἑρμῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἑρμῆς < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἑρμῆς αρσενικό (ασυναίρετο: Ἑρμέας)

  1. ανδρικό όνομα, ο Ερμής
  2. (ελληνική μυθολογία, θεωνύμιο) αγγελιοφόρος των θεών των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και ο ίδιος θεός του εμπορίου, των τεχνών, των γραμμάτων και των δρόμων
  3. (ιδίως στον πληθυντικό Ἑρμαῖ): ο οδοδείκτης, οι Ερμές (στήλες με την προτομή του Ερμή)
    ※  5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 6, 27
    ὅσοι Ἑρμαῖ ἦσαν λίθινοι ἐν τῇ πόλει τῇ Ἀθηναίων (εἰσὶ δὲ κατὰ τὸ ἐπιχώριον, ἡ τετράγωνος ἐργασία, πολλοὶ καὶ ἐν ἰδίοις προθύροις καὶ ἐν ἱεροῖς), μιᾷ νυκτὶ οἱ πλεῖστοι περιεκόπησαν τὰ πρόσωπα
    όσες ερμές ήταν απο πέτρα στην πόλη των Αθηνών, δηλαδή τα οικεία συνηθισμένα τετράγωνα έργα που συνηθιζονται ακομα και στις πόρτες σπιτιών και ναών, μέσα σε μια νύχτα αποκόπηκαν απο τα περισσότερα τα πρόσωπα
    Ἡσύχιος (5ος αιώνας κε), Γλῶσσαι, Ε
    <Ἑρμῆς τρικέφαλος> Ἀριστοφάνης ἐν Τριφάλητι. τοῦτο ἔφη παίζων κωμικῶς, παρόσον τετρακέφαλος Ἑρμῆς ἐν τῇ τριόδῳ τῇ <ἐν> Κεραμεικῷ ἵδρυτο
    ΣτΕ: Η πηγή του, έργο του Αριστοφάνη, στο Απόσπασμα/fr. 553

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Οι γλώσσες του Ησύχιου για διάφορες σημασίες: Ἡσύχιος (5ος αιώνας κε), Γλῶσσαι, Ε

  • <ἑρμαῖ> παραφυάδια δένδρων ἄχρηστα. οἷς παίζοντας <ἑρμομαχεῖν> λέγουσιν
  • <Ἑρμῆς> τὸν Ἑρμῆν ἐπὶ πόσεως ἰδέας ἔλεγον, καθάπερ Ἀγαθοῦ δαίμονος καὶ Διὸς σωτῆρος. καὶ ἐν τοῖς κλήροις· οἷον ἀγαθὸς οἰωνός. καὶ πέμματος εἶδος κηρυκειοειδές
  • <Ἑρμῆς στροφαῖος> ὁ παρὰ στρόφιγγι τῆς θύρας ἱδρυμένος
  • <Ἑρμῆς τρικέφαλος> Ἀριστοφάνης ἐν Τριφάλητι. τοῦτο ἔφη παίζων κωμικῶς, παρόσον τετρακέφαλος Ἑρμῆς ἐν τῇ τριόδῳ τῇ <ἐν> Κεραμεικῷ ἵδρυτο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πιθανόν, σχετίζεται το ετυμολογικό πεδίο ἑρμηνεύς.
Δε σχετίζεται το ἕρμα.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]