Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἑωσφόρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Εωσφόρος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἑωσφόρος οἱ Ἑωσφόροι
      γενική τοῦ Ἑωσφόρου τῶν Ἑωσφόρων
      δοτική τῷ Ἑωσφόρ τοῖς Ἑωσφόροις
    αιτιατική τὸν Ἑωσφόρον τοὺς Ἑωσφόρους
     κλητική ! Ἑωσφόρε Ἑωσφόροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἑωσφόρω
γεν-δοτ τοῖν  Ἑωσφόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἑωσφόρος < ἕως (αττικός τύπος του ἠώς) + -φόρος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἑωσφόρος, -ου αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]