ἠλάσκω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἠλάσκω < → λείπει η ετυμολογία
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ ποντιακά: λάσκουμαι
Ρήμα
[επεξεργασία]ἠλάσκω επικός τύπος του ἀλαίνω ή ἀλάομαι
- περιφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 470 (469-471)
- Ἠΰτε μυιάων ἁδινάων ἔθνεα πολλά, |αἵ τε κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν | ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ, ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει,
- Κι όπως σωρεύοντ᾽ άπειρες οι μύγες εις την στάνην | την άνοιξιν οπού τ᾽ αγγειά με γάλα ξεχειλίζουν,
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- Ἠΰτε μυιάων ἁδινάων ἔθνεα πολλά, |αἵ τε κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν | ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ, ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει,
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 470 (469-471)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἠλάσκω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἠλάσκω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ποντιακά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)