Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἠλάσκω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἠλάσκω < λείπει η ετυμολογία
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ποντιακά: λάσκουμαι

ἠλάσκω επικός τύπος του ἀλαίνω ή ἀλάομαι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]