ἡδύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ηδύς

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἡδῠ́ς ἡδεῖᾰ τὸ ἡδῠ́
      γενική τοῦ ἡδέος τῆς ἡδείᾱς τοῦ ἡδέος
      δοτική τῷ (ἡδέϊ) ἡδεῖ τῇ ἡδείᾳ τῷ (ἡδέϊ) ἡδεῖ
    αιτιατική τὸν ἡδῠ́ν τὴν ἡδεῖᾰν τὸ ἡδῠ́
     κλητική ! ἡδῠ́ ἡδεῖᾰ ἡδῠ́
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ (ἡδέες) ἡδεῖς αἱ ἡδεῖαι τὰ ἡδέ
      γενική τῶν ἡδέων τῶν ἡδειῶν τῶν ἡδέων
      δοτική τοῖς ἡδέσῐ(ν) ταῖς ἡδείαις τοῖς ἡδέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ἡδεῖς τὰς ἡδείᾱς τὰ ἡδέ
     κλητική ! (ἡδέες) ἡδεῖς ἡδεῖαι ἡδέ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἡδέε (ἡδεῖ) τὼ ἡδείᾱ τὼ ἡδέε (ἡδεῖ)
      γεν-δοτ τοῖν ἡδέοιν τοῖν ἡδείαιν τοῖν ἡδέοιν
Οι ασυναίρετοι τύποι όπως στο παράδειγμα του Smyth.
Ο συνηρημένος δυϊκός, όπως στο σχολικό βιβλίο (Οικονόμου).
3&1η κλίση, Κατηγορία όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἡδύς < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *sweh₂dús (ηδύς) < *sweh₂d- (ηδύς)

Επίθετο[επεξεργασία]

ἡδύς, -εῖα, -ύ, συγκριτικός: ἡδύτερος, υπερθετικός:  ἡδύτατος

  1. ηδύς, γλυκός
  2. ευχάριστος
  3. ευχαριστημένος
  4. ευάρεστος, ευπρόσδεκτος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

διαλεκτικοί κλιτικοί τύποι:

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • ἡδέως (επίρρημα)
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Πηγές[επεξεργασία]