ἡσυχαίτατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἡσυχαίτατος ἡσυχαιτάτη ἡσυχαίτατον ἡσυχαίτατοι ἡσυχαίταται ἡσυχαίτατα
Γενική ἡσυχαιτάτου ἡσυχαιτάτης ἡσυχαιτάτου ἡσυχαιτάτων ἡσυχαιτάτων ἡσυχαιτάτων
Δοτική ἡσυχαιτάτῳ ἡσυχαιτάτῃ ἡσυχαιτάτῳ ἡσυχαιτάτοις ἡσυχαιτάταις ἡσυχαιτάτοις
Αιτιατική ἡσυχαίτατον ἡσυχαιτάτην ἡσυχαίτατον ἡσυχαιτάτους ἡσυχαιτάτας ἡσυχαίτατα
Κλητική ἡσυχαίτατε ἡσυχαιτάτη ἡσυχαίτατον ἡσυχαίτατοι ἡσυχαίταται ἡσυχαίτατα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἡσυχαιτάτω ἡσυχαιτάτα
Γενική-Δοτική ἡσυχαιτάτοιν ἡσυχαιτάταιν


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἡσυχαίτατος, -α, -ον

  1. υπερθετικός βαθμός του ἥσυχος
    Πύθων μὲν ὁ Κλαζομένιος, καὶ τῶν ἐν τῇ πόλει τινῶν συνεθελόντων, τηρήσας τελέως τὸ ἡσυχαίτατον τῆς ἡμέρας, ἁμάξαις ἐκ παρασκευῆς πίθους εἰσαγούσαις κατέλαβε Κλαζομενάς (Αινείας ο Τακτικός, Πολιορκητικά, 1, 28, 5)
Θετικός
Συγκριτικός
Υπερθετικός
Επίθετο
ἥσυχος
ἡσυχώτερος / ἡσυχαίτερος
ἡσυχώτατος / ἡσυχαίτατος
Επίρρημα
ἡσύχως / ἡσυχῇ /
ἥσυχα
ἡσυχώτερον / ἡσυχαίτερον
ἡσυχώτατα / ἡσυχαίτατα