ἡσυχαίτερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἡσυχαίτερος ἡσυχαιτέρα ἡσυχαίτερον ἡσυχαίτεροι ἡσυχαίτεραι ἡσυχαίτερα
Γενική ἡσυχαιτέρου ἡσυχαιτέρας ἡσυχαιτέρου ἡσυχαιτέρων ἡσυχαιτέρων ἡσυχαιτέρων
Δοτική ἡσυχαιτέρῳ ἡσυχαιτέρᾳ ἡσυχαιτέρῳ ἡσυχαιτέροις ἡσυχαιτέραις ἡσυχαιτέροις
Αιτιατική ἡσυχαίτερον ἡσυχαιτέραν ἡσυχαίτερον ἡσυχαιτέρους ἡσυχαιτέρας ἡσυχαίτερα
Κλητική ἡσυχαίτερε ἡσυχαιτέρα ἡσυχαίτερον ἡσυχαίτεροι ἡσυχαίτεραι ἡσυχαίτερα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἡσυχαιτέρω ἡσυχαιτέρα
Γενική-Δοτική ἡσυχαιτέροιν ἡσυχαιτέραιν

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἡσυχαίτερος, -α, -ον

  1. συγκριτικός βαθμός του ἥσυχος
    οὕτω δὴ ἡσυχαίτερος μὲν ἦν, ἐν δὲ ταῖς συνουσίαις πάμπαν ἐπίχαρις (Ξενοφών, Κύρου Παιδεία, 1, 4, 4)
Θετικός
Συγκριτικός
Υπερθετικός
Επίθετο
ἥσυχος
ἡσυχώτερος / ἡσυχαίτερος
ἡσυχώτατος / ἡσυχαίτατος
Επίρρημα
ἡσύχως / ἡσυχῇ /
ἥσυχα
ἡσυχώτερον / ἡσυχαίτερον
ἡσυχώτατα / ἡσυχαίτατα