Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἤνσεεν

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̌ːn.θe.en/ (5ος π.Χ. αιώνας Δωρική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ἤνσεεν

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ἤνσεεν

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Σε παλαιότερη λεξικογραφία ο τύπος ερμηνεύεται ως ἤνσει και τοποθετείται στον στίχο 1258 «ἤνσει, Lacon. 3 sg. impf. of ἀνθέω, Ar. Lys. 1258.» ενώ στο λεξικό του Αδράδου (DGE) ερμηνεύεται «impf. lacon. ἤνσεεν Ar.Lys.1257» και τοποθετείται στον στίχο 1257.