ἤνσεεν
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛ̌ːn.θe.en/ (5ος π.Χ. αιώνας Δωρική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἤν‐σε‐εν
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]ἤνσεεν
- (λακωνικός τύπος ) γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του ἀνθέω
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 1257
- ἀμφὶ τὰς γένυας ἀφρὸς ἤνσεεν
- κι αφροκόπαγε το στόμα
- Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greek‑language.gr
- Και από τις δύο πλευρές των σιαγόνων αφρός έβγαινε
- ἀμφὶ τὰς γένυας ἀφρὸς ἤνσεεν
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 1257
Σημειώσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἤνσεεν - ΜΟΡΦΩ (στα αγγλικά) Μορφολογικό ευρετήριο για την αρχαία ελληνική γλώσσα του Πανεπιστημίου του Σικάγου.
- ἀνθέω - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- ἤνσει - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.