Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἤϊα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]

ἤϊα επικός τύπος

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ἤϊα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
επική κλίση
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τὰ ἤϊ
      γενική τῶν ἠΐων
      δοτική τοῖς ἠΐοις
    αιτιατική τὰ ἤϊ
     κλητική ! ἤϊ
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ἤϊα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. εφόδια, προμήθειες για ένα ταξίδι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 13 (Ν. Μάχη ἐπὶ ταῖς ναυσί.), στίχ. 103 (99-104)
    ὢ πόποι ἦ μέγα θαῦμα τόδ' ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι / δεινόν, ὃ οὔ ποτ' ἔγωγε τελευτήσεσθαι ἔφασκον, / Τρῶας ἐφ' ἡμετέρας ἰέναι νέας, οἳ τὸ πάρος περ / φυζακινῇς ἐλάφοισιν ἐοίκεσαν, αἵ τε καθ' ὕλην / θώων παρδαλίων τε λύκων τ' ἤϊα πέλονται / αὔτως ἠλάσκουσαι ἀνάλκιδες, οὐδ' ἔπι χάρμη.
    λείπει η μετάφραση
  2. άχυρο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]