ἥμισυς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλίση
(Παρατηρήσεις)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἥμισῠς ἡμίσειᾰ ἥμισῠ ἡμίσεις ἡμίσειαι ἡμίσεᾰ
Γενική ἡμίσεος ἡμισείας ἡμίσεος ἡμισέων ἡμισειῶν ἡμισέων
Δοτική ἡμίσει ἡμισείᾳ ἡμίσει ἡμίσεσι(ν) ἡμισείαις ἡμίσεσι(ν)
Αιτιατική ἥμισῠν ἡμίσειᾰν ἥμισῠ ἡμίσεις ἡμισείας ἡμίσεᾰ
Κλητική ἥμισῠ ἡμίσειᾰ ἥμισῠ ἡμίσεις ἡμίσειαι ἡμίσεᾰ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἡμίσει ἡμισεία ἡμίσει
Γενική-Δοτική ἡμισέοιν ἡμισείαιν ἡμισέοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἥμισυς < ἡμί- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *semi-

Επίθετο[επεξεργασία]

ἥμισυς

  • μισός