ἥσσων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἥσσων < ἦκα (ἥκjων = ἥσσων)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἥσσων, ἥσσων, ἧσσον γενική: ἥσσονος

  1. ως συγκριτικός του κακός ή λίγος ή του ἦκα (του τελευταίου με την έννοια του λίγου): χειρότερος, μικρότερος, λιγότερος, ασθενέστερος, υποδεέστερος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]