ἦθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ήθος

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἠθεσ-
ονομαστική τὸ ἦθος τὰ ἤθη
ἤθε
      γενική τοῦ ἤθους
ἤθεος
τῶν ἠθῶν
ἠθέων
      δοτική τῷ ἤθει
ἤθεῐ̈
τοῖς ἤθεσ(ν)
    αιτιατική τὸ ἦθος τὰ ἤθη
ἤθεα
     κλητική ! ἦθος ἤθη
ἤθεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἤθει
ἤθεε
γεν-δοτ τοῖν  ἠθοῖν
ἠθέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἦθος < ἔθος < ἔθω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *swe-dʰh₁ < *swe- (εαυτός) + *dʰeh₁- (θέτω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἦθος ουδέτερο

  1. το συνηθισμένο μέρος, το λημέρι
  2. το έθιμο, οι τρόποι
  3. ο χαρακτήρας, οι τρόποι, η διάθεση
  4. η εξωτερική μορφή
  5. ένα δραματικό πρόσωπο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]