ἰάσμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἰάσμη ἰάσμα ἰάσμαι
Γενική ἰάσμης ἰάσμαιν ἰασμῶν
Δοτική ἰάσμ ἰάσμαιν ἰάσμαις
Αιτιατική ἰάσμην ἰάσμα ἰάσμας
Κλητική ἰάσμη ἰάσμα ἰάσμαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἰάσμη < ιρανική یاسمن (yâsaman)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἰάσμη θηλυκό (ᾰ)

  1. (βοτανική) γιασεμί
  2. ιασμέλαιο
     συνώνυμα: ἰασμέλαιον, ἰάσμινον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]