ἰδιώτης
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἰδιώτης | οἱ | ἰδιῶται |
| γενική | τοῦ | ἰδιώτου | τῶν | ἰδιωτῶν |
| δοτική | τῷ | ἰδιώτῃ | τοῖς | ἰδιώταις |
| αιτιατική | τὸν | ἰδιώτην | τοὺς | ἰδιώτᾱς |
| κλητική ὦ! | ἰδιῶτᾰ | ἰδιῶται | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἰδιώτᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἰδιώταιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.ðiˈo.tis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἰ‐δι‐ώ‐της
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἰδιώτης, -ου αρσενικό
- ο ιδιώτης, ο πολίτης ως μεμονωμένο άτομο
- ο ιδιώτης, άτομο που ιδιωτεύει, διάγει ιδιωτικό βίο, αντιθέτως προς αυτόν ο οποίος συμμετέχει στα θέματα της πόλης ή είναι κάτοχος δημοσίου αξιώματος
- ο απλός, κοινός άνθρωπος του λαού
- (στους αττικούς συγγραφείς) απλός στρατιώτης
- αυτός που δεν έχει επαγγελματική γνώση σε έναν τομέα
- αυτός που δεν έχει εμπειρία ή ικανότητες σε έναν τομέα
- (ως επίθετο) ιδιωτικός
- (ελληνιστική κοινή) απλοϊκός
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Λουκιανός, Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδομάντις, 30
- οἱ δὲ πεμπόμενοι͵ ἰδιῶταί τινες οἰκέται͵ ῥᾳδίως ἐξαπατηθέντες
- και επειδή οι αποστελλόμενοι ήταν απλοϊκοί υπηρέτες, εύκολα εξαπατούνταν
- οἱ δὲ πεμπόμενοι͵ ἰδιῶταί τινες οἰκέται͵ ῥᾳδίως ἐξαπατηθέντες
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Λουκιανός, Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδομάντις, 30
- (ελληνιστική κοινή) ηλίθιος, ανόητος, άφρων, αμαθής, βλάκας, ευτελής
Παράγωγα
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]ἰδιώτης (αρχαία ελληνικά)
- ↷ λατινικά: idiōta
- ⇘ καθαρεύουσα: ἰδιώτης
Πηγές
[επεξεργασία]- ἰδιώτης - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἰδιώτης - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση όπως τα -ης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώτης (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Λουκιανό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)