ἰδιώτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ιδιώτης

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἰδιώτης ἰδιώτα ἰδιῶται
Γενική ἰδιώτου ἰδιώταιν ἰδιωτῶν
Δοτική ἰδιώτ ἰδιώταιν ἰδιώταις
Αιτιατική ἰδιώτην ἰδιώτα ἰδιώτας
Κλητική ἰδιῶτα ἰδιώτα ἰδιῶται

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἰδιώτης < ἴδι(ος) + -ώτης. Δείτε και το συγγενικό λατινικό idiota (αδαής}

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἰδιώτης αρσενικό

  1. το άτομο, ο ιδιώτης (σε αντίθεση με την πόλη, το γένος, τη φυλή)
  2. ο ιδιώτης, αυτός που δεν ασκεί κάποιο δημόσιο αξίωμα
  3. ο απλός άνθρωπος του λαού
  4. αυτός που δεν έχει επαγγελματική γνώση σε έναν τομέα
  5. αυτός που δεν έχει εμπειρία ή ικανότητες σε έναν τομέα
  6. (ως επίθετο) ιδιωτικός
  7. και με τη σημασία του αδαούς, όπως στα λατινικά: αμαθής, ευτελής, ηλίθιος [1]

Αναφορές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]