Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἰδιώτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ιδιώτης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἰδιώτης οἱ ἰδιῶται
      γενική τοῦ ἰδιώτου τῶν ἰδιωτῶν
      δοτική τῷ ἰδιώτ τοῖς ἰδιώταις
    αιτιατική τὸν ἰδιώτην τοὺς ἰδιώτᾱς
     κλητική ! ἰδιῶτ ἰδιῶται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἰδιώτ
γεν-δοτ τοῖν  ἰδιώταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἰδιώτης < ἴδι(ος) + -ώτης.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.di.ɔ̌ː.tɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /i.ðiˈo.tis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: διώτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἰδιώτης, -ου αρσενικό

  1. ο ιδιώτης, ο πολίτης ως μεμονωμένο άτομο
  2. ο ιδιώτης, άτομο που ιδιωτεύει, διάγει ιδιωτικό βίο, αντιθέτως προς αυτόν ο οποίος συμμετέχει στα θέματα της πόλης ή είναι κάτοχος δημοσίου αξιώματος
     αντώνυμα: πολιτικός
  3. ο απλός, κοινός άνθρωπος του λαού
  4. (στους αττικούς συγγραφείς) απλός στρατιώτης
     αντώνυμα: στρατηγός
  5. αυτός που δεν έχει επαγγελματική γνώση σε έναν τομέα
  6. αυτός που δεν έχει εμπειρία ή ικανότητες σε έναν τομέα
  7. (ως επίθετο) ιδιωτικός
  8. (ελληνιστική κοινή) απλοϊκός
      2ος κε αιώνας Λουκιανός, Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδομάντις, 30
    οἱ δὲ πεμπόμενοι͵ ἰδιῶταί τινες οἰκέται͵ ῥᾳδίως ἐξαπατηθέντες
    και επειδή οι αποστελλόμενοι ήταν απλοϊκοί υπηρέτες, εύκολα εξαπατούνταν
  9. (ελληνιστική κοινή) ηλίθιος, ανόητος, άφρων, αμαθής, βλάκας, ευτελής
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
    *<ἀγελαῖος> ἰδιώτης, ἀμαθής
    *<ἀγελαῖος> βλάκας, αμόρφωτος
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Π
    *<παγανός> ἰδιώτης, ἄφρων
    *<παγανός> ηλίθιος, άμυαλος
     συνώνυμα: ἀμαθής, ἄφρων, βλάξ, ἠλίθιος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἰδιώτης (αρχαία ελληνικά)

λατινικά: idiōta
καθαρεύουσα: ἰδιώτης
καθαρεύουσα: ιδιώτης