Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἰδιώτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ιδιώτης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ ἰδιώτης οἱ ἰδιῶται
      γενική τοῦ ἰδιώτου τῶν ἰδιωτῶν
      δοτική τῷ ἰδιώτῃ τοῖς ἰδιώταις
    αιτιατική τὸν ἰδιώτην τοὺς ἰδιώτᾱς
     κλητική ὦ! ἰδιῶτᾰ ἰδιῶται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἰδιώτᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἰδιώταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἰδιώτης < ἴδι(ος) + -ώτης.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.di.ɔ̌ː.tɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /i.ðiˈo.tis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός : ἰ‐δι‐ώ‐της

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἰδιώτης, -ου αρσενικό

  1. ο ιδιώτης, ο πολίτης ως μεμονωμένο άτομο
  2. ο ιδιώτης, άτομο που ιδιωτεύει, διάγει ιδιωτικό βίο, αντιθέτως προς αυτόν ο οποίος συμμετέχει στα θέματα της πόλης ή είναι κάτοχος δημοσίου αξιώματος
    ≠ αντώνυμα: πολιτικός
  3. ο απλός, κοινός άνθρωπος του λαού
  4. (στους αττικούς συγγραφείς) απλός στρατιώτης
    ≠ αντώνυμα: στρατηγός
  5. αυτός που δεν έχει επαγγελματική γνώση σε έναν τομέα
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πρωταγόρας, 327c
    καὶ πολλάκις μὲν ἀγαθοῦ αὐλητοῦ φαῦλος ἂν ἀπέβη, πολλάκις δ᾽ ἂν φαύλου ἀγαθός· ἀλλ᾽ οὖν αὐληταί γ᾽ ἂν πάντες ἦσαν ἱκανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ἰδιώτας καὶ μηδὲν αὐλήσεως ἐπαΐοντας.
    Και πολλές φορές από άξιο αυλητή θα έβγαινε γιος παρακατιανός, πολλές φορές πάλι από παρακατιανό άξιος· όπως και να ᾽χε όμως, όλοι θα ήταν αρκετά καλοί αυλητές απέναντι στους ανίδεους κι αυτούς που έχουν μεσάνυχτα από την τέχνη του αυλού.
    Μετάφραση (2009): Ηλίας Σπυρόπουλος. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος. @greek‑language.gr
  6. αυτός που δεν έχει εμπειρία ή ικανότητες σε έναν τομέα
  7. (ως επίθετο) ιδιωτικός
  8. (ελληνιστική κοινή) απλοϊκός
    ※  2ος κε αιώνας ⌘ Λουκιανός Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδομάντις, 30
    οἱ δὲ πεμπόμενοι͵ ἰδιῶταί τινες οἰκέται͵ ῥᾳδίως ἐξαπατηθέντες
    και επειδή οι αποστελλόμενοι ήταν απλοϊκοί υπηρέτες, εύκολα εξαπατούνταν
  9. (ελληνιστική κοινή) ηλίθιος, ανόητος, άφρων, αμαθής, βλάκας, ευτελής
    ※  5ος αιώνας κε  ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
    *<ἀγελαῖος> ἰδιώτης, ἀμαθής
    *<ἀγελαῖος> βλάκας, αμόρφωτος
    ※  5ος αιώνας κε  ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Π
    *<παγανός> ἰδιώτης, ἄφρων
    *<παγανός> ηλίθιος, άμυαλος
    ≈ συνώνυμα: ἀμαθής, ἄφρων, βλάξ, ἠλίθιος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἰδιώτης (αρχαία ελληνικά)

↷ λατινικά: idiōta
⇘ καθαρεύουσα: ἰδιώτης
⇘ καθαρεύουσα: ιδιώτης