Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἰμαντελιγμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ιμαντελιγμός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἰμαντελιγμός οἱ ἰμαντελιγμοί
      γενική τοῦ ἰμαντελιγμοῦ τῶν ἰμαντελιγμῶν
      δοτική τῷ ἰμαντελιγμ τοῖς ἰμαντελιγμοῖς
    αιτιατική τὸν ἰμαντελιγμόν τοὺς ἰμαντελιγμούς
     κλητική ! ἰμαντελιγμέ ἰμαντελιγμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἰμαντελιγμώ
γεν-δοτ τοῖν  ἰμαντελιγμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἰμαντελιγμός (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἰμάς + ἑλιγμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἰμαντελιγμός, -οῦ αρσενικό (ελληνιστική κοινή)