ἰσχύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ισχύς

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἰσχύς ἰσχύε ἰσχύες
Γενική ἰσχύος ἰσχύοιν ἰσχύων
Δοτική ἰσχύϊ ἰσχύοιν ἰσχύσι(ν)
Αιτιατική ἰσχύν ἰσχύε ἰσχῦς
Κλητική ἰσχύ ἰσχύε ἰσχύες


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἰσχύς < ἴς (δύναμη) ἴσχω (απωθώ με βία, καταπνίγω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἰσχύς θηλυκό

  1. ισχύς
  2. το κεντρικό ή ισχυρότερο σώμα ενός παρατεταγμένου στρατού
  3. η ωμή βία
    καὶ οὗτοι ἰδίας δυνάμεις ἐλπίσαντες ἔτι μᾶλλον σχήσειν εἰ τὰ τοῦ Μήδου κρατήσειε, κατέχοντες ἰσχύι τὸ πλῆθος ἐπηγάγοντο αὐτόν (και αυτοί επειδή ήλπιζαν ότι θα ενισχύονταν οι δικές τους δυνάμεις αν οι Πέρσες κυριαρχούσαν, ελέγχοντας δια της ωμής βίας το λαό, έφεραν τους Πέρσες (Θουκ.)
  4. η ζωηρότητα ύφους ενός συγγραφέα (ελληνιστική έννοια)
  5. η κινητήριος δύναμη