ἱέραξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

ἱέραξ
Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἱέραξ ἱέρακε ἱέρακες
Γενική ἱέρακος ἱεράκοιν ἱεράκων
Δοτική ἱέρακι ἱεράκοιν ἱέραξι(ν)
Αιτιατική ἱέρακα ἱέρακε ἱέρακας
Κλητική ἱέραξ ἱέρακε ἱέρακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἱέραξ < ἵεμαι - ἱερός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἱέραξ αρσενικό, (γενική: ἱέρακος)

  1. ο ιέρακας, ο γέρακας, η γερακίνα, το γεράκι

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]