Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἱδρύω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἱδρύω   ἱδρύομαι 
Παρατατικός  ἵδρυον   ἱδρυόμην 
Μέλλοντας  ἱδρύσω   ἱδρύσομαι, ἱδρυθήσομαι 
Αόριστος  ἵδρυσα   ἱδρυσάμην, ἱδρύθην 
Παρακείμενος  ἵδρυκα   ἵδρυμαι 
Υπερσυντέλικος  ἱδρύκειν   ἱδρύμην 
Συντελ.Μέλλ.  ἱδρυκώς ἔσομαι 

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἱδρύω < λείπει η ετυμολογία

ἱδρύω

  1. (ενεργητική φωνή) καθίζω κάποιον
  2. (παθητική φωνή) κάθομαι
  3. τοποθετώ ανθρώπους σε μία περιοχή
  4. εγκαθιδρύω, ιδρύω