ἱδρώς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἱδρώς | οἱ | ἱδρῶτες |
| γενική | τοῦ | ἱδρῶτος | τῶν | ἱδρώτων |
| δοτική | τῷ | ἱδρῶτῐ | τοῖς | ἱδρῶσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | ἱδρῶτᾰ | τοὺς | ἱδρῶτᾰς |
| κλητική ὦ! | ἱδρώς | ἱδρῶτες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἱδρῶτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἱδρώτοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἱδρώς' όπως «ἱδρώς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
| επική κλίση | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἱδρώς | ||||||
| γενική | τοῦ/τοῖο | ἱδρόος, ἱδροῦς | ||||||
| δοτική | τῷ | ἱδρόϊ, ἱδροῖ, ἱδρῷ | ||||||
| αιτιατική | τὸν | ἱδρόα, ἱδρῶ | ||||||
| κλητική ὦ! | ἱδρός | |||||||
| Εξαίρεση στον τονισμό γενικής πληθυντικού. όπως το μονοσύλλαβα με εξαιρέσεις. | ||||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'Τρώς' όπως «Τρώς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἱδρώς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sweyd-. Ομόρριζο του ἰδίω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἱδρώς αρσενικό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- αιολικός τύπος : ἴδρως (θηλυκό)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἱδρώς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἱδρώς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἱδρώς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἱδρώς' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με επικές κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'Τρώς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'Τρώς' χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά μονοσύλλαβα με εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)