Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἱερόσυλος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / ἱερόσυλος οἱ/αἱ ἱερόσυλοι
      γενική τοῦ/τῆς ἱεροσύλου τῶν ἱεροσύλων
      δοτική τῷ/τῇ ἱεροσύλ τοῖς/ταῖς ἱεροσύλοις
    αιτιατική τὸν/τὴν ἱερόσυλον τοὺς/τὰς ἱεροσύλους
     κλητική ! ἱερόσυλε ἱερόσυλοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἱεροσύλω
γεν-δοτ τοῖν  ἱεροσύλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμηλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἱερόσυλος < (ἱερός) ἱερό- + συλ(άω)/συλῶ + -ος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἱερόσυλος [] αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο κλέφτης, ληστής ναού
      ιερόσυλος μείζων εστί του κλέπτου (Rhetores Graeci, τομ. 2, 1835 , Ομιλίαι εις Αφθόνιον, σελ. 389 )
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 1, 344b
    καὶ γὰρ ἱερόσυλοι καὶ ἀνδραποδισταὶ καὶ τοιχωρύχοι καὶ ἀποστερηταὶ καὶ κλέπται οἱ κατὰ μέρη ἀδικοῦντες τῶν τοιούτων κακουργημάτων καλοῦνται
  2. αυτός που διαρπάζει οτιδήποτε ιερό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις ἱερός και συλάω