Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἴγδις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἴγδῐς αἱ ἴγδεις
      γενική τῆς ἴγδεως τῶν ἴγδεων
      δοτική τῇ ἴγδει ταῖς ἴγδεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἴγδῐν τὰς ἴγδεις
     κλητική ! ἴγδῐ ἴγδεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἴγδει
γεν-δοτ τοῖν  ἰγδέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἴγδις ήδη τον 7ο αιώνα πκε στον Σόλωνα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἴγδις, -εως θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]