Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἴγνης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἴγνης οἱ ἴγνητες
      γενική τοῦ ἴγνητος τῶν ἰγνήτων
      δοτική τῷ ἴγνητ τοῖς ἴγνησ(ν)
    αιτιατική τὸν ἴγνητ τοὺς ἴγνητᾰς
     κλητική ! ἴγνης ἴγνητες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἴγνητε
γεν-δοτ τοῖν  ἰγνήτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἴγνης < *ἔγνης < *ἔν-γνης < πρωτοελληνική < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵenh₁-. Μορφολογικά αναλύεται σε ἐν- (με ἰ- αντί ἐ- πριν από έρρινο σύμφωνο, όπως ἰγνύα) + -γνητος < *ǵn̥h₁tós (> γίγνομαι), παραβάλετε κασί-γνητος[1][2]. Συγγενή: παλαιά λατινική gnātus (γεννημένος, γιος). Η γραφή με δασεία ἵγνης προέκυψε από παρασύνδεση με την αντωνυμία .

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /í.gnɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γνης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἴγνης, -ητος αρσενικό

  1. συνώνυμο του αὐθιγενής· εντόπιος, γηγενής
      2ος κε Ἀπολλώνιος Δύσκολος, Περὶ ἀντωνυμίας
    καλοῦνται δὲ καὶ οἱ αὐθιγενεῖς παρὰ Ῥοδίοις ἵγνητες, τῆς δασείας Ἀττικῶς προσελθούσης.
    και στους Ροδίους οι εντόπιοι λέγονται ίγνητες, με την δασεία να προέρχεται από την αττική.
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Ι
    <Ἴγνητες> οὕτως ὠνομάζοντο οἱ μετὰ τοὺς Τελχῖνας ἐποικήσαντες τὴν Ῥόδον
    <Ίγνητες> έτσι ονομάζονταν εκείνοι που εγκαταστάθηκαν στην Ρόδο μετά τους Τελχίνες
      12ος κε Μέγα Ἐτυμολογικόν, 246
    Ἴγνης παρὰ τὸ γνὴς γνητὸς, μετὰ τῆς ί ἀντωνυμίας, γίνεται ἴγνης.
    Ίγνης από το γνης γνητός, με την αντωνυμία ι γίνεται ίγνης.
    ΣτΕ: Γνής είναι το όνομα του πρώτου λαού που εγκαταστάθηκε στην Ρόδο, και ο γνής είναι ο ρόδιος[3].
    λατινική:  indigenae
  2. (στον Ησύχιο) άρρην
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Ι
    <ἴγδην> ἄρσην
    <ίγδην> άνδρας, αρσενικός
    <ἴγνην> ἄρσην
    <ίγνην> άνδρας, αρσενικός

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • πιθανώς Ἰγνάτιος (από αμάρτυρο δωρικό τύπο *ἴγνᾱς)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἴγνητες - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  2. ἴγνητες - Frisk etymologisches Wörterbuch
  3. Γνής -  Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).