ἴον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ίον, ιόν

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἴον < *Ϝιον, συγγενικό με το λατινικό viola, και τα δύο άγνωστης ετυμολογίας. Ο Chantraine [1] υποθέτει ότι και οι δύο λέξεις προέρχονται από το μεσογειακό υπόστρωμα.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἴον ουδέτερο, δοτ.πληθ.: ἰάσι

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Chantraine, Pierre (1968) Dictionnaire étymologique de la langue grecque. [Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής] (στα γαλλικά) Παρίσι: Klincksieck

Πηγές[επεξεργασία]