ἴσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἴσος < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν από κοινή ρίζα με τη λέξη εἶδος, ίσως από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ριζα *weyd- που τεκμαίρεται ότι ίσως υπήρξε κάποτε και προς την οποία μπορεί να συνάπτονται οι ελληνικές λέξεις εἶδος, οἶδα και ἵστωρ , το λατινικό video (βλέπω) και το σανσκριτικό veda (γνώση)

Open book 01.svg Επίθετο[]

ἴσος,η,ον και ποιητικά ἶσος, ἐΐση ἶσον παραθετικά (με την έννοια κυρίως του δικαιότερου) ἰσαίτερος, ἰσαίτατος

  1. που έχει το ίδιο μέγεθος, όγκο, ισχύ αλλά και σε παρομοιώσεις, μεταφορές
    τὸ μέγαθος ἴσους, χρῶμα δὲ μέλανας (ίσους στο μέγεθος, αλλά στο χρώμα, μαύρους)
    κύματα ἶσα ὄρεσσιν (Οδύσσεια, Γ 290)
  2. για το έδαφος, το ομαλό
  3. για πρόσωπα, ο δίκαιος, ο ορθός, αλλά και ο ισοδύναμος, ισάξιος
    βούλεται ἡ πόλις ἐξ ἴσων εἶναι καὶ ὁμοίων
    ἀλλ᾽ ἴσος ὢν ἴσοις ἀνήρ : αλλά δίκαιος προς τους δίκαιους άνδρας (Σοφ. Φιλοκ.)
  • Με προθέσεις:
    ἐπί ἴσης : ίσος προς ίσο, ισοδύναμοι
    ἐξ ἴσου/ἴσης  : εξίσου, το ίδιο
  • το επίρρημα ἲσως: εξίσου, κατά όμοιο τρόπο, ἰσάκις αλλά και πιθανώς (δηλ. με τη νεοελληνική έννοια)

Εκφράσεις[]

τό ἴσον και τά ἴσα : ίση διανομή ή ίσα δικαιώματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

  • ἄνισος και στα νεοελληνικά άνισος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

  • ἰσομέτρητος
  • ἰσοπλατής,ές
  • ἰσοπληθής,ές
  • ἰσόπρεσβυς
  • ἰσόρροπος
  • ἰσορροπέω
  • ἰσορροπία
  • ἰσοσθενής, ές
  • ἰσοσκελής
  • ἰσοστάσιος
  • ἰσοχειλής
  • ἰσομοιρία