ἴσχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἴσχω < τύπος του ἔχω (με -σχ-)→ λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

ἴσχω

  1. κωλύω, εμποδίζω, αναχαιτίζω, περιορίζω
    1. σταματώ, διακόπτω
      ἴσχε στάσου! σταμάτα!
    2. απέχω, απομακρύνομαι από κάτι
    3. είμαι αγκυροβολημένος
  2. έχω στην κατοχή μου, διατηρώ, κρατώ, κατέχω, φυλάω σαν κτήμα μου
    1. έχω γυναίκα, σύζυγο
    2. εγκυμονώ, κυοφορώ

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Απαντά μόνο σε ενεστώτα, ενεργητικό παρατατικό ἴσχον και παθητικό παρατατικό γ' πρόσωπο ἴσχετο[1]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. τύποι του ἴσχω στο ΜΟΡΦΩ, Πανεπιστήμιο του Σικάγο.