Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἴχνος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἴχνος τὰ ἴχνη - ἴχνε
      γενική τοῦ ἴχνους - ἴχνεος τῶν ἰχνῶν - ἰχνέων
      δοτική τῷ ἴχνει - ἴχνεῐ̈ τοῖς ἴχνεσ(ν)
    αιτιατική τὸ ἴχνος τὰ ἴχνη - ἴχνεα
     κλητική ! ἴχνος ἴχνη - ἴχνεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἴχνει - ἴχνεε
γεν-δοτ τοῖν  ἰχνοῖν - ἰχνέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἴχνος < αβέβαιη. Κατά τον Beekes, μετά σχηματισμού ἔρνος, κτῆνος. Ίσως από το οἴχομαι ή οἰχνέω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἴχνος, -ους ουδέτερο

  1. ίχνος, πατημασιά, χνάρι
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 82
    ἴχνος Ἡρακλέος φαίνουσι ἐν πέτρῃ ἐνεόν, τὸ ἔοικε μὲν βήματι ἀνδρός, ἔστι δὲ τὸ μέγαθος δίπηχυ, παρὰ τὸν Τύρην ποταμόν.
  2. (ποιητικός τύπος) πόδι, κνήμη
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Βάκχαι, στίχ. 1134
    ἔφερε δ᾽ ἣ μὲν ὠλένην, | ἣ δ᾽ ἴχνος αὐταῖς ἀρβύλαις·
  3. πέλμα υποδήματος
  4. (ελληνιστική σημασία)
    1. το τραχύ πέλμα του ποδιού
    2. υπόδημα
    3. μονοπάτι, ατραπός
    4. (μεταφορικά για πνευματική ενέργεια) κατεύθυνση, τρόπος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]