ἴχνος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἴχνος | τὰ | ἴχνη - ἴχνεᾰ |
| γενική | τοῦ | ἴχνους - ἴχνεος | τῶν | ἰχνῶν - ἰχνέων |
| δοτική | τῷ | ἴχνει - ἴχνεῐ̈ | τοῖς | ἴχνεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | ἴχνος | τὰ | ἴχνη - ἴχνεα |
| κλητική ὦ! | ἴχνος | ἴχνη - ἴχνεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἴχνει - ἴχνεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἰχνοῖν - ἰχνέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἴχνος, -ους ουδέτερο
- ίχνος, πατημασιά, χνάρι
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 82
- ἴχνος Ἡρακλέος φαίνουσι ἐν πέτρῃ ἐνεόν, τὸ ἔοικε μὲν βήματι ἀνδρός, ἔστι δὲ τὸ μέγαθος δίπηχυ, παρὰ τὸν Τύρην ποταμόν.
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 82
- (ποιητικός τύπος ) πόδι, κνήμη
- πέλμα υποδήματος
- (ελληνιστική σημασία)
- το τραχύ πέλμα του ποδιού
- υπόδημα
- μονοπάτι, ατραπός
- (μεταφορικά για πνευματική ενέργεια) κατεύθυνση, τρόπος
Παράγωγα
[επεξεργασία]- ἀνεξιχνίαστος
- ἀνίχνευσις
- ἀνίχνευτος
- ἀνιχνεύω
- διεξιχνεύω
- διϊχνεύω
- δυσίχνευτος
- ἐνίχνιον
- ἐξίχνευσις
- ἐξιχνευτέον
- ἐξιχνευτέος
- ἐξιχνευτής
- ἐξιχνεύω
- ἐξιχνοσκοπέω
- ἰχναῖος
- ἰχνεία
- ἰχνελάτης
- ἴχνευμα
- ἰχνεύμων
- ἴχνευσις
- ἰχνευτέος
- ἰχνευτής
- ἰχνευτικός
- ἰχνεύω
- ἰχνηλασία
- ἰχνηλατέω
- ἰχνηλάτης
- ἴχνιον
- ἰχνοβάτης
- ἰχνοβλαβής
- ἰχνογραφία
- ἰχνοπέδη
- ἰχνοποιέω
- ἰχνοσκοπέω
- ἰχνοσκοπία
- πανίχνιον
- προϊχνεύω
- συνανιχνεύω
- συνεξιχνεύω
- συνιχνεύω
- ὑπίχνιος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- λεπτὸν ἴχνος ἀρβύλης τίθετε (βαδίζετε ήσυχα, ελαφρά, ν' αφήνετε λεπτό το πάτημα του παπουτσιού σας)
- ἴχνους προσάπτεσθαι (να ακολουθεί από κοντά)
- τὰ ἴχνη τῶν χειρῶν (οι παλάμες των χεριών)
- ἴχνος ἀνθρώπινον (μέτρο μήκους)
Πηγές
[επεξεργασία]- ἴχνος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἴχνος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)