Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἵεμαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἵεμαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος ἵημι

ἵεμαι

  • μέση-παθητική φωνή του ρήματος ἵημι