ἶβυξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἶβυξ ἴβυκε ἴβυκες
Γενική ἴβυκος ἰβύκοιν ἰβύκων
Δοτική ἴβυκι ἰβύκοιν ἴβυξι(ν)
Αιτιατική ἴβυκα ἴβυκε ἴβυκας
Κλητική ἶβυξ ἴβυκε ἴβυκες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἶβυξ < (ηχομιμητική λέξη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἶβυξ αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]