Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἰνδιᾶνος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ινδιάνος, Ινδιάνος, Ἰνδιάνος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἰνδιᾶνος οἱ Ἰνδιᾶνοι
      γενική τοῦ Ἰνδιάνου τῶν Ἰνδιάνων
      δοτική τῷ Ἰνδιάν τοῖς Ἰνδιάνοις
    αιτιατική τὸν Ἰνδιᾶνον τοὺς Ἰνδιάνους
     κλητική ! Ἰνδιᾶνε Ἰνδιᾶνοι
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἰνδιᾶνος < (λόγιο δάνειο) γαλλική Indien[1], κατά την νεολατινική Indiānus + -ος. Η σημασία της λέξης οφείλεται στην παρανόηση του Κολόμβου ότι η Κεντρική Αμερική ήταν οι «Δυτικές Ινδίες».[2]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: Ινδιάνος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /in.ðiˈa.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ἰνδινος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἰνδιᾶνος αρσενικό (θηλυκό Ινδιάνα)

  • (καθαρεύουσα) ο Ινδιάνος
      — Ποῖος εἶναι ἐπὶ τῆς ἐφοδιοπομπίας; Ἠρώτησε πάλιν ἡ ἀρχηγίνα.
    — Ἐγώ, εἶπεν ἐρυθρόδερμον παιδίον. Ἦτο νεαρὸς Ἰνδιᾶνος, ὅστις ὡδήγει τρεῖς «πόννυς», δηλαδὴ μικροσκοπικὰ ἀλογάκια.
    [...] Τὰς ὀλίγας ὥρας τῆς νυκτός, ὅτε οἱ ἄνδρες ἐκοιμῶντο, ἡ ἀρχηγίνα βοηθουμένη ὑπὸ τοῦ ἀΰπνου μικροῦ Ἰνδιάνου παρεσκεύαζε βουνὰ ἀπὸ τηγανίτας (pan cakes) καὶ «χόμιν» (ἰνδιάνικον νομίζω γλύκισμα, εἶδος τραχανᾶ ἐξ ἀραβοσίτου μὲ φασόλια), ὥστε τὸ πρωῒ οἱ ἄνδρες εὕρισκαν ἕτοιμον λουκούλειον πρόγευμα.
    1912 συγγραφέας: Ραϊνόλδος Δημητριάδης, Ἡ Μελέτη, Τόμος 6, Τεῦχος 1, Ἐντυπώσεις μετανάστου μεταξὺ ὑλοτόμων Ἀμερικανῶν, Ιανουάριος 1912

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ινδιάνος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. Ινδιάνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας