Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἴωνες

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ίωνες

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ Ἴωνες
      γενική τῶν Ἰώνων
      δοτική τοῖς Ἴωσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς Ἴωνᾰς
     κλητική ! Ἴωνες
3η κλίση, Κατηγορία 'κώδων' όπως «κώδων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἴωνες < πληθυντικός,  δείτε τις λέξεις Ἰάονες και ἸᾱϜονες

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Ἴωνες αρσενικό στον πληθυντικό

  1. (εθνωνύμιο) η φυλή των Ἰώνων· μία από τις τέσσερις φυλές (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς) του αρχαίου ελλαδικού χώρου που αποτέλεσαν το πρώιμο ελληνικό έθνος
      2ος κε αιώνας Γαληνός, In Hippocratis De articulis, 1.19, p.340 @scaife.perseus
    καί τις τῶν κωμικῶν ἐπεῖπεν ἐπισκώπτων τινὰ δὴ τῶν λοπάδων τοὺς ἄμβωνας περιλείχειν. ἀῤῥενικῶς μὲν οὖν ἄμβωνας οἱ Ἀττικοὶ, θηλυκῶς δὲ οἱ Ἴωνες τὰ τοιαῦτα σχήματα καλοῦσιν ἄμβας.
    Και κάποιος από τους κωμικούς (ΣτΜ τους κωμικούς ποιητές) είπε κοροϊδευτικά για κάποιον ότι γλείφει γύρω-γύρω τα χείλη των πιάτων. Στην Αττική χρησιμοποιούν τη λέξη (για τα χείλη των πιάτων) στο αρσενικό γένος, «τοὺς ἄμβωνας», ενώ οι Ίωνες αποκαλούν αυτά τα αντικείμενα σε θηλυκό γένος, «τὰς ἄμβας».
    Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
  2. απόγονοι του μυθικού Ἴωνος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη Ἴων

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Ἴωνες αρσενικό