Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἶσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἶσις αἱ Ἴσιδες
      γενική τῆς Ἴσιδος τῶν Ἰσίδων
      δοτική τῇ Ἴσιδ ταῖς Ἴσισ(ν)
    αιτιατική τὴν Ἶσιν τὰς Ἴσιδᾰς
     κλητική ! Ἶσι Ἴσιδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἴσιδε
γεν-δοτ τοῖν  Ἰσίδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἔρις' όπως «ἔρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἶσις < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἶσις θηλυκό