Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὀδύνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οδύνη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὀδύνη αἱ ὀδύναι
      γενική τῆς ὀδύνης τῶν ὀδυνῶν
      δοτική τῇ ὀδύν ταῖς ὀδύναις
    αιτιατική τὴν ὀδύνην τὰς ὀδύνᾱς
     κλητική ! ὀδύνη ὀδύναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀδύν
γεν-δοτ τοῖν  ὀδύναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀδύνη < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὀδύνη, -ης θηλυκό

  1. πόνος σωματικός
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 415 (415-416)
    Κύκλωψ δὲ στενάχων τε καὶ ὠδίνων ὀδύνῃσι, | χερσὶ ψηλαφόων, ἀπὸ μὲν λίθον εἷλε θυράων,
    Στο μεταξύ ο Κύκλωπας, πονώντας και στενάζοντας απ᾽ την οδύνη, | ψηλάφησε και με τα χέρια του τη βρήκε, τράβηξε απ᾽ την είσοδο την πέτρα·
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Τραχίνιαι, στίχ. 959 (959-961)
    ἐπεὶ ἐν δυσαπαλλάκτοις ὀδύναις | χωρεῖν πρὸ δόμων λέγουσιν | ἄσπετόν τι θαῦμα.
    Γιατί, μέσα σε πόνους δίχως γλιτωμό, | τον φέρνουν, λένε, κατά δω μπρος στο παλάτι, | θέαμα ανείπωτο, φριχτό.
    Μετάφραση χ.χ.: Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr
  2. πόνος ψυχικός, λύπη, στενοχώρια, οδύνη
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἠλέκτρα, στίχ. 1210 (1210-1212)
    [ΧΟΡΟΣ] σάφ᾽ οἶδα· δι᾽ ὀδύνας ἔβας, | ἰήιον κλύων γόον | ματρὸς ἅ σ᾽ ἔτικτεν.
    [ΧΟΡΟΣ] Ξέρω· σε σπάραξεν ο πόνος όταν άκουσες | τη θλιβερή κραυγή | της μάνας που σε γέννησε.
    Μετάφραση (1988): Τάσος Ρούσσος, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 9, 579e (579d-579e)
    Ἔστιν ἄρα τῇ ἀληθείᾳ, κἂν εἰ μή τῳ δοκεῖ, ὁ τῷ ὄντι τύραννος τῷ ὄντι δοῦλος τὰς μεγίστας θωπείας καὶ δουλείας καὶ κόλαξ τῶν πονηροτάτων, καὶ τὰς ἐπιθυμίας οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν ἀποπιμπλάς, ἀλλὰ πλείστων ἐπιδεέστατος καὶ πένης τῇ ἀληθείᾳ φαίνεται, ἐάν τις ὅλην ψυχὴν ἐπίστηται θεάσασθαι, καὶ φόβου γέμων διὰ παντὸς τοῦ βίου, σφαδᾳσμῶν τε καὶ ὀδυνῶν πλήρης, εἴπερ τῇ τῆς πόλεως διαθέσει ἧς ἄρχει ἔοικεν.
    Είναι λοιπόν στ᾽ αλήθεια, ακόμη κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί κανείς, ο πραγματικός τύραννος πραγματικός δούλος, υποχρεωμένος να κάνει εξευτελιστικές θωπείες και δουλικότητες, και κόλακας των πιο ταπεινών ανθρώπων· ποτέ δεν μπορεί να χορτάσει και τις κοινότερες επιθυμίες του, αλλά όλα τα στερείται και φαίνεται στ᾽ αλήθεια φτωχός σ᾽ εκείνον που ξέρει να κοιτάξει στο βάθος της ψυχής του, και σ᾽ όλη τη ζωή του γεμάτος από φόβο, σφαδασμούς και οδύνες, αν πραγματικά μοιάζει με την πόλη που εξουσιάζει.
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]