ὀθόνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : οθόνη

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὀθόνη θηλυκό

  1. λινό ύφασμα
  2. λινό γυναικείο ρούχο
  3. (στους μεταγενέστερους) πανί πλοίου
  4. (στον πληθυντικό) η μεμβράνη που περικλείει την κόρη του ματιού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]