ὀκτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

ὀκτώ



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

ὀκτώ

  • ο αριθμός οκτώ, άκλιτο: οἱ ὀκτώ, αἱ ὀκτώ και τά ὀκτώ
ὀκτώκαιδέκα= το 18

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]