Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὀμβροδέκτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ομβροδέκτης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὀμβροδέκτης οἱ ὀμβροδέκται
      γενική τοῦ ὀμβροδέκτου τῶν ὀμβροδεκτῶν
      δοτική τῷ ὀμβροδέκτ τοῖς ὀμβροδέκταις
    αιτιατική τὸν ὀμβροδέκτην τοὺς ὀμβροδέκτᾱς
     κλητική ! ὀμβροδέκτ ὀμβροδέκται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀμβροδέκτ
γεν-δοτ τοῖν  ὀμβροδέκταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'τοξότης' όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀμβροδέκτης < αρχαία ελληνική ὄμβρ(ος) + -ο- + δέκτης (< δέχομαι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὀμβροδέκτης αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις ὄμβρος, δέκτης και δέχομαι