ὀμμάτιν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀμμάτιν < ὀμμάτιον < αρχαία ελληνική ὀμμάτιον, υποκοριστικό του ὄμμα (μάτι) < *ὄπ-μα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *op- / *okʷ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὀμμάτιν ουδέτερο