Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὀνοβρυχίς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὀνόβρυχις

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὀνοβρυχίς αἱ ὀνοβρυχίδες
      γενική τῆς ὀνοβρυχίδος τῶν ὀνοβρυχίδων
      δοτική τῇ ὀνοβρυχίδ ταῖς ὀνοβρυχίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ὀνοβρυχίδ τὰς ὀνοβρυχίδᾰς
     κλητική ! ὀνοβρυχίς* ὀνοβρυχίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀνοβρυχίδε
γεν-δοτ τοῖν  ὀνοβρυχίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀνοβρυχίς <  δείτε τη λέξη ὀνόβρυχις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὀνοβρυχίς, -ίδος θηλυκό (ελληνιστική κοινή)