ὀξύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀξύνω < ὀξύς + -ύνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ὀξύνω

  1. κάνω κάτι κοφτερό
  2. ακονίζω, τροχίζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]