ὀξύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : οξύς

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλίση
(Παρατηρήσεις)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀξύς ὀξεῖα ὀξύ ὀξεῖς ὀξεῖαι ὀξέα
Γενική ὀξέος ὀξείας ὀξέος ὀξέων ὀξειῶν ὀξέων
Δοτική ὀξεῖ ὀξείᾳ ὀξεῖ ὀξέσι ὀξείαις ὀξέσι
Αιτιατική ὀξύν ὀξεῖαν ὀξύ ὀξεῖς ὀξείας ὀξέα
Κλητική ὀξύ ὀξεῖα ὀξύ ὀξεῖς ὀξεῖαι ὀξέα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὀξέε ὀξεία ὀξέε
Γενική-Δοτική ὀξέοιν ὀξείαιν ὀξέοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀξύς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ḱrós (κοφτερός, οξύς). Συγγενές με τα (αρχαία ελληνική ) ὄκρις (=ανώμαλη προεξοχή, οξυκόρυφος βράχος) και ἀκή (=αιχμή, κόψη)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /o.kʰsʉ́s/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὀξύς, -εῖα (& ιων. -έα), -ύ. Επίρρημα: ὀξέως & ὀξὺ

  1. οξύς, μυτερός, απότομος
    ἔλεγε δὲ ὧδε, εἶναι δύο ὄρεα ἐς ὀξὺ τὰς κορυφὰς ἀπηγμένα (έλεγε πως εκεί βρίσκονται δύο βουνά με απότομες κορυφές) (Ηρόδοτος, 2, 28)
  2. αιχμηρός, κοφτερός, σουβλερός
  3. διαπεραστικός, διεισδυτικός, δριμύς, τραχύς
  4. έντονος, ισχυρός
  5. οξυδερκής, έξυπνος
  6. ταχύς, ορμητικός, ευέξαπτος
  7. (για τον ήχο) οξύς, υψηλός, διαπεραστικός
  8. (για τις γεύσεις) ξινός, πικρός, στυφός
  9. (ως προς την κίνηση) ταχύς, ευκίνητος, γρήγορος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • λίθος ὀξύς: κοφτερή πέτρα, μαχαίρι
  • ὀξὺ ἀκούω: έχω οξεία ακοή
  • ὀξύτατον δέρκομαι: βλέπω καλά, έχω οξυτάτη/δυνατή όραση
  • τὸ ὀξύ: η κορυφή του τριγώνου

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]