Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὀρχομένιον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ὀρχομένιον τὰ ὀρχομένι
      γενική τοῦ ὀρχομενίου τῶν ὀρχομενίων
      δοτική τῷ ὀρχομενί τοῖς ὀρχομενίοις
    αιτιατική τὸ ὀρχομένιον τὰ ὀρχομένι
     κλητική ! ὀρχομένιον ὀρχομένι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀρχομενίω
γεν-δοτ τοῖν  ὀρχομενίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀρχομένιον < Ὀρχομεν(ός) + -ιον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὀρχομένιον, -ου ουδέτερο